Τελευταία Νέα
Διεθνή

Η Βενεζουέλα επιστρέφει δυναμικά – Οι αμερικανικοί κολοσσοί πετρελαίου απογειώνουν το σχέδιο Trump

Η Βενεζουέλα επιστρέφει δυναμικά – Οι αμερικανικοί κολοσσοί πετρελαίου απογειώνουν το σχέδιο Trump
Η Chevron ανεβάζει την παραγωγή – Στόχος τα 420.000 βαρέλια ημερησίως
Σχετικά Άρθρα
Μετά την απομάκρυνση του προηγούμενου προέδρου της Βενεζουέλας, Nicolás Maduro, από την εξουσία στις 3 Ιανουαρίου του τρέχοντος έτους, υπό την ηγεσία της Ουάσινγκτον, οι αμερικανικές εταιρείες επιχειρούν δυναμικά να αυξήσουν περαιτέρω την παραγωγή πετρελαίου στη χώρα, σε ευθυγράμμιση με τα ευρύτερα σχέδια του προέδρου Donald Trump για τη Βενεζουέλα στο πλαίσιο της νέας παγκόσμιας τάξης που επιδιώκει.
Η βάση για μια τέτοια αύξηση της παραγωγής είναι εξαιρετικά ισχυρή, καθώς η Βενεζουέλα εξακολουθεί να διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα αργού πετρελαίου στον κόσμο, περίπου 303 δισ. βαρέλια ή περίπου το 17% του παγκόσμιου συνόλου.
Το μεγαλύτερο μέρος αυτών αποτελείται από εξαιρετικά βαρύ αργό πετρέλαιο από τη ζώνη του Ορινόκο, το οποίο απαιτεί μεγαλύτερη τεχνική εξειδίκευση για την επεξεργασία του σε σχέση με τα ελαφρύτερα είδη αργού, είναι όμως φθηνότερο στην άντληση και συχνά πιο κερδοφόρο στην επεξεργασία.
Το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στη μεταφορά, την αναβάθμιση και τη διύλισή του και όχι στην εξόρυξή του, σύμφωνα με το Oilprice.com.
Επιπλέον, από τα 14 υπεργιγαντιαία κοιτάσματα πετρελαίου της χώρας, τα 11 διατηρούν περισσότερο από το ήμισυ των αρχικών τους αποθεμάτων.
Μόλις η παραγωγή επανέλθει σε επίπεδα που θα προσεγγίζουν την πλήρη δυναμικότητα, η χώρα αναμένεται να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη γεωγραφική «σφαίρα της Αμερικής», μία από τις τρεις αντίστοιχες περιοχές που οριοθετούνται στην πρόσφατη «National Security Strategy 2025» των ΗΠΑ.
Πού βρίσκεται, λοιπόν, σήμερα αυτή η διαδικασία, μετά και τις πρόσφατες δηλώσεις του αμερικανικού πετρελαϊκού και ενεργειακού κολοσσού Chevron;

Η Chevron εκτοξεύει την παραγωγή της

Σύμφωνα με την οικονομική διευθύντρια της Chevron, Eimear Bonner, κατά τη διάρκεια πρόσφατης τηλεδιάσκεψης για τα οικονομικά αποτελέσματα, η αμερικανική πετρελαϊκή εταιρεία έχει αυξήσει την παραγωγή της στη Βενεζουέλα από 40.000 βαρέλια ημερησίως σε 250.000 βαρέλια ημερησίως τα τελευταία χρόνια.
Και, με βάση αποκλειστικά τις τρεις υφιστάμενες κοινοπραξίες της στη χώρα, η παραγωγή αυξήθηκε μόνο κατά τους τελευταίους έξι μήνες κατά 12% σε ετήσια βάση, φτάνοντας τα 280.000 βαρέλια ημερησίως.
Η εξέλιξη ακολούθησε την ανακοίνωση, στα μέσα Απριλίου, συμφωνίας ανταλλαγής περιουσιακών στοιχείων με την κρατική πετρελαϊκή εταιρεία Petróleos de Venezuela, S.A. (PDVSA). Στο πλαίσιο της συμφωνίας, η Chevron απέκτησε επιπλέον ποσοστό 13,21% στην κοινοπραξία Petroindependencia, αυξάνοντας το συνολικό ποσοστό συμμετοχής της στο 49%.
Οι άλλες δύο κοινοπραξίες της αμερικανικής εταιρείας είναι η Petropiar, στην οποία θυγατρική της Chevron κατέχει ποσοστό 30% και διαθέτει δικαιώματα ανάπτυξης της γειτονικής περιοχής Ayacucho 8 στη ζώνη πετρελαίου του Ορινόκο, και η Petroindependiente, στην οποία κατέχει μη διαχειριστικό ποσοστό 25,2% στα δυτικά της χώρας.
Κοιτάζοντας μπροστά, η Bonner πρόσθεσε ότι η Chevron αναμένει αύξηση της παραγωγής της σε ολόκληρη τη Βενεζουέλα κατά 50% από σήμερα έως το τέλος του 2028. Αυτό θα ανεβάσει τη συνολική παραγωγή της στα 420.000 βαρέλια ημερησίως.
Σε ολόκληρη τη Βενεζουέλα, η μέση παραγωγή αργού πετρελαίου από την κρατική PDVSA και τους ξένους εταίρους της αυξήθηκε τον Ιούλιο κατά 20.000 βαρέλια ημερησίως, φτάνοντας τα 1,21 εκατ. βαρέλια ημερησίως, σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Υδρογονανθράκων.
Σχεδόν όλη αυτή η παραγωγή εξάγεται πλέον, έναντι μέσου όρου 847.000 βαρελιών ημερησίως το 2025.
Ωστόσο, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η παραγωγή αργού πετρελαίου της Βενεζουέλας ξεπερνούσε τα 3 εκατ. βαρέλια ημερησίως.

Η Repsol βάζει στο στόχαστρο τριπλασιασμό της παραγωγής

Η Chevron δεν είναι σε καμία περίπτωση η μοναδική μεγάλη πετρελαϊκή εταιρεία που συνεργάζεται ενεργά με την κυβέρνηση, αναζητώντας νέες ευκαιρίες.
Η ισπανική Repsol είναι ο σημαντικότερος μη αμερικανικός πετρελαϊκός κολοσσός που πιέζει σήμερα για σημαντική αύξηση της παραγωγής πετρελαίου, με στόχο τον τριπλασιασμό της παραγωγής της στη χώρα μέσα στα επόμενα δύο ή τρία χρόνια, σύμφωνα με πρόσφατη δήλωση του διευθύνοντος συμβούλου Josu Jon Imaz.
Η ισπανική εταιρεία κατέχει ποσοστό 40% στην κοινοπραξία Petroquiriquire Occidente με την PDVSA και σήμερα παράγει 45.000 βαρέλια αργού πετρελαίου ημερησίως.
Πρόσφατα, ωστόσο, τροποποίησε το επιχειρησιακό της αντικείμενο, ενσωματώνοντας τα κοιτάσματα Tomoporo και La Ceiba στην παραχώρηση.
Η Repsol υπέγραψε επίσης πρόσφατα μνημόνιο κατανόησης (MoU) για την αξιολόγηση και ανάπτυξη της περιοχής Horcón, νοτιοανατολικά της λίμνης Maracaibo.
Η περιοχή συνδέει τα κοιτάσματα Barúa και Motatán, τα οποία ήδη διαχειρίζεται η Repsol, με στόχο την αξιοποίηση νέων αποθεμάτων ελαφρού αργού πετρελαίου.

Στο επίκεντρο και το φυσικό αέριο

Παράλληλα με τα πετρελαϊκά έργα, προχωρούν και σχέδια επέκτασης στον τομέα του φυσικού αερίου.
Η Repsol και η ιταλική Eni οριστικοποίησαν κοινή στρατηγική συμφωνία με το υπουργείο Υδρογονανθράκων για ένα μεγάλο έργο φυσικού αερίου στο από κοινού ιδιόκτητο περιουσιακό στοιχείο Cardón IV, στο υπεράκτιο κοίτασμα Perla.
Το κοίτασμα καλύπτει ήδη περίπου το 30% της ζήτησης φυσικού αερίου της Βενεζουέλας.
Επιπλέον, μετά το προκαταρκτικό μνημόνιο κατανόησης που υπεγράφη τον Απρίλιο, ο βρετανικός πετρελαϊκός και ενεργειακός κολοσσός BP δημιούργησε επίσημα μόνιμο γραφείο στο Καράκας, διόρισε ειδικό διευθυντή για τη χώρα και εξασφάλισε επίσημη άδεια για την εξερεύνηση και ανάπτυξη της δεύτερης φάσης του υπεράκτιου κοιτάσματος φυσικού αερίου Loran.
Η βρετανική εταιρεία θα είναι ο βασικός διαχειριστής της κοινοπραξίας, έχοντας ισότιμη συμμετοχή μαζί με τη διεθνή θυγατρική της Abu Dhabi National Oil Company (XRG) και την UCC Holding με έδρα το Κατάρ.
Μόνο το οικόπεδο Loran Phase 2 εκτιμάται ότι περιέχει 4 τρισ. κυβικά πόδια (Tcf) ανακτήσιμου φυσικού αερίου.
Ωστόσο, εκτείνεται πέρα από τα σύνορα προς τα κοιτάσματα Manatee/Manakin του Τρινιντάντ, τα οποία εκτιμάται ότι περιέχουν έως και 10 Tcf φυσικού αερίου.
Σύμφωνα με την BP, το εξορυσσόμενο φυσικό αέριο θα μεταφέρεται απευθείας στο Τρινιντάντ, αντί να κατασκευαστούν νέες εγκαταστάσεις στη Βενεζουέλα.
Εκεί θα υγροποιείται στον τερματικό σταθμό εξαγωγών Atlantic LNG, στον οποίο η BP κατέχει ποσοστό 45%, και στη συνέχεια θα αποστέλλεται στις διεθνείς αγορές.
Η BP ολοκλήρωσε επίσης πρόσφατα ξεχωριστή προκαταρκτική συμφωνία για το οικόπεδο Carúpano East Block, που βρίσκεται στη θαλάσσια περιοχή Mariscal Sucre, στα βορειοανατολικά παράλια της Βενεζουέλας.

Η βαριά φορολογία κρατά πίσω τις επενδύσεις

Ένα πρόβλημα που εξακολουθεί να περιορίζει τις επενδύσεις πολλών εταιρειών, ιδιαίτερα των μικρότερων πετρελαϊκών, είναι η ιστορικά υψηλή φορολογική επιβάρυνση των επιχειρήσεων στη Βενεζουέλα, ακόμη και όταν οι επενδυτές καταγράφουν ζημιές.

Ένα μέρος αυτής της επιβάρυνσης είναι το σταθερό βασικό royalty 30% σε κάθε βαρέλι πετρελαίου που εξορύσσεται. Πρόκειται για φόρο επί των ακαθάριστων εσόδων, ο οποίος καταβάλλεται πρώτος, ανεξάρτητα από τις πτώσεις στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου.

Ένα ακόμη βάρος είναι ο εταιρικός φόρος εισοδήματος 50%, ο οποίος επιβάλλεται επί των καθαρών κερδών και καταβάλλεται τελευταίος. Το ποσοστό είναι πολύ υψηλότερο από εκείνο ανταγωνιστικών χωρών της περιοχής, όπως η Βραζιλία, η Γουιάνα και η Κολομβία.
Παράλληλα, υπάρχει υποχρεωτικός εναλλακτικός ελάχιστος φόρος, ο οποίος σημαίνει ότι η κυβέρνηση εισπράττει το 50% της συνολικής ακαθάριστης αξίας του εξορυσσόμενου πετρελαίου πριν καν υπολογιστούν τα λειτουργικά κόστη.

Η φορολογική μεταρρύθμιση δεν λύνει την αβεβαιότητα

Η πρώτη προσπάθεια, μετά την απομάκρυνση του Maduro, να διορθωθεί το τιμωρητικό φορολογικό σύστημα της Βενεζουέλας για τις ξένες πετρελαϊκές και ενεργειακές εταιρείες ήταν η μεταρρύθμιση του νόμου περί Υδρογονανθράκων του 2026.
Η μεταρρύθμιση, που εισήγαγε η μεταβατική πρόεδρος Delcy Rodríguez, επιδίωξε να αντικαταστήσει το περίπλοκο πλέγμα πρόσθετων επιβαρύνσεων με έναν ενιαίο Ενοποιημένο Φόρο Υδρογονανθράκων (Integrated Hydrocarbons Tax – IHT), με ανώτατο όριο 15% επί των ακαθάριστων εσόδων.
Ωστόσο, ακόμη και αυτό το πλαίσιο επιτρέπει στο υπουργείο Υδρογονανθράκων πλήρη διακριτική ευχέρεια να προσαρμόζει τους συντελεστές των επιμέρους συμβάσεων και τις παραμέτρους κάθε έργου, δημιουργώντας έτσι υψηλό βαθμό πολιτικής και ρυθμιστικής αβεβαιότητας.
Με βάση αυτά τα δεδομένα, φαίνεται ότι οι ξένες εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου επιχειρούν να παρακάμψουν στην πράξη τον νόμο και να πιέσουν για εξατομικευμένους ιδιωτικούς συμβατικούς όρους, μέσω ειδικών «model contracts», καθώς και για στοχευμένες εξαιρέσεις από τις αμερικανικές κυρώσεις.

Το σχέδιο Trump για τη νέα παγκόσμια ενεργειακή τάξη

Η προσέγγιση αυτή έχει μέχρι στιγμής τύχει ευρείας υποστήριξης από την Ουάσινγκτον, δεδομένου του κεντρικού ρόλου που έχει η ανάπτυξη του πετρελαϊκού και ενεργειακού τομέα της Βενεζουέλας στη νέα παγκόσμια τάξη της αγοράς πετρελαίου που επιδιώκει ο Donald Trump, όπως υποδηλώνεται και στη National Security Strategy του 2025.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ επιδιώκει να χωρίσει το παγκόσμιο γεωπολιτικό σύστημα σε τρεις γεωγραφικές σφαίρες, με καθεμία να κυριαρχείται από μια μεγάλη δύναμη.

Η Κίνα θα έχει τον πρωταρχικό ρόλο στην Ασία, ενώ η Ρωσία είτε θα κυριαρχεί είτε θα ασκεί σημαντική επιρροή στην Ευρώπη, ανάλογα με την εξέλιξη οποιασδήποτε μελλοντικής σύγκρουσης μεταξύ των ευρωπαϊκών μελών του NATO και της Μόσχας.
Στην κορυφή, όμως, οι ΗΠΑ θα διατηρούν τη συνολική κυριαρχία και θα ασκούν άμεση επιρροή σε ολόκληρη την Αμερική, τόσο στη Βόρεια όσο και στη Νότια Αμερική.
Δεδομένου ότι η ενέργεια αποτελεί θεμέλιο των οικονομιών και, κατ’ επέκταση, της πολιτικής κάθε χώρας στον κόσμο, η μετατόπιση του κέντρου κυριαρχίας στις παγκόσμιες ενεργειακές προμήθειες προς την αμερικανική ήπειρο αποτελεί βασικό κομμάτι αυτού του σχεδιασμού.
Οι ΗΠΑ διαδραματίζουν ήδη τον δικό τους ρόλο σε αυτή τη διαδικασία, αντλώντας πετρέλαιο σε επίπεδα-ρεκόρ, περίπου στα 13,6 εκατ. βαρέλια ημερησίως, με σχέδια για περαιτέρω αύξηση της παραγωγής.
Από τις υπόλοιπες μεγάλες πετρελαιοπαραγωγούς χώρες της αμερικανικής ηπείρου, η Βενεζουέλα βρίσκεται στην κορυφή της αναπτυξιακής ατζέντας της Ουάσινγκτον, ακολουθούμενη από την Αργεντινή και στη συνέχεια τη Βραζιλία.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης